solomons judgement

Άκταα (اقطع) σημαίνει κόβω…

Solomon’s Judgement.

Βάλτον στη μέση!Γρήγορα.Βάλτον στη μέση και σφίξε τα σχοινιά να μην μπορεί να φύγει.
Τι συμβαίνει;Γιατί με καλέσατε εδώ;
Βοήθησε μας να τον σύρουμε και μετά θα σου εξηγήσουμε.Ασήκωτος είναι.

Στο πάτωμα έβλεπε τον Θανάση, δεμένο πισθάγκωνα με την πράσινη μπλούζα του ελαφρώς σηκωμένη και το γκρι παντελόνι του κατεβασμένο.

Είναι αναίσθητος;Τί του κάνατε;
Η Ελένη είχε συναντήσει αυτές τις γυναίκες αρκετές φορές.H μια ήταν συνάδελφος του Θανάση.
Θεατρίνα.

Ήταν μαζί του 3 χρόνια και κάτι.Όχι ακριβώς μαζί με την έννοια του δουλεύουμε, σχολάμε,γυρνάμε σπίτι,γαμιόμαστε στις 20:00 ,κοιμόμαστε στις 22:00.
«Εγώ είμαι ελεύθερος,Ελένη.Σαν τα πουλιά.Απλά με εσένα γουστάρω να πετάω ψηλά».
Έτσι της έλεγε.Έμεναν μαζί τα Σαββατοκύριακα και τις Πέμπτες, πήγαιναν ταξίδια στις μεγάλες ευρωπαικές πρωτεύουσες,της έβγαζε πάντα πρόσκληση για τις επίσημες πρεμιέρες των παραστάσεων του.

-Είναι αναίσθητος;Τον χτύπησες;
-Είναι και 2 μέτρα άνδρας.Είχαν και πολλές επιλογές για να τον ακινητοποιήσουν τα καλόπαιδα που πλήρωσα να τον κουβαλήσουν σε αυτήν εδώ την αποθήκη που βρωμάει κάτουρο;
-Θα καλέσω την αστυνομία.Τι του κάνατε;

Πάρε ένα τσιγάρο, της είπε η Λυδία και της πέταξε το πακέτο με τα Winston.
Απόψε, αγαπητή μου Ελένη θα δώσουμε μια παράσταση με πρωταγωνιστή το Θανάση.Κάθε μια απο εμας θα έχει έναν μονόλογο και στο τέλος αυτή που θα συνταράξει το κοινό θα κερδίσει το χειροκρότημα και το Θανασάκη.

-Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς;
-Θα καταλάβεις.
-Ξέρεις πόσο καιρό είμαστε μαζί με τον πρωταγωνιστή σου;
-Τι λες;
-Εγώ και ο Θανάσης είμαστε μαζί απο την παράσταση του Σαρτρ που είχαμε ανεβάσει μαζί στο Βοτανικό.
Όταν έσβησαν τα φώτα, ο Γκαρσέν έδειξε στη φτωχή Εστέλα την «κόλαση».
Τρεις φορές παρθήκαμε πάνω στις πολύχρωμες πολυθρόνες.Απο τότε ο αγαπημένος σου κάθε φορά που ήθελε να χαλαρώσει να καπνίσει λίγο χόρτο και να κάνει wild sex, ερχόταν σε εμένα.

θυμάσαι τότε στα γενέθλια σου που είχε φύγει να βρει κάβα γιατί είχατε ξεμείνει απο μαρτίνι,έτσι δε σου είχε πει; Εμένα ήρθε και βρήκε με πήδηξε στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου.Με έχυνε στο στόμα ενώ με κοιτούσε μέσα απο τον καθρέφτη ενώ εσύ τον περίμενες να φέρει το d’asti.

Θυμόταν πως την κοιτούσε τη Λυδία ο Θανάσης.Πως να μην την κοιτούσε άλλωστε.28 ετών,ξανθιά, με υπέροχο σώμα και κίνηση.Την προτιμούσαν στα μιούζικαλ λόγω του ταλέντου της να τραγουδά και να χορεύει ταυτόχρονα.
H Ελένη απο την πρώτη στιγμή πίστευε πως υπήρχε κάτι μεταξύ τους αλλα κάθε φορά έπινε ένα δυο ποτά και βάφτιζε αυτή της τη διαίσθηση ηλίθια καχυποψία.

-Με έφερες ως εδώ, για να μου πεις πως έχεις πηδηχτεί με το Θανάση μου δυο,τρεις,δέκα,εκατό φορές;
-Μου έχει πει πως είναι ερωτευμένος μαζί μου.Πως είμαι η πηγή της έμπνευσης του.Κάθε φορά που μπαίνει μέσα μου είναι μια μικρή ιεροτελεστία.Εμένα θέλει.Εμένα.

-Μη βιάζεσαι.Είμαι κι εγώ εδώ.

-Σόνια,μη μου πεις πως είσαι κι εσύ μπλεγμένη σε όλο αυτό;

Η Σόνια, η δημοσιογράφος.
Του είχε πάρει συνέντευξη μετά απο τη συμμετοχή του σε μια ταινία μικρού μήκους.Εκείνος έλεγε στην Ελένη πως πρέπει να την έχουν απο κοντά γιατί είχε πολλές γνωριμίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την καριέρα του.
-Πόσα απογεύματα Σαββάτου είχαν περάσει στο σπίτι της.Πόσες και πόσες φορές την είχαν καλέσει με τον άνδρα της στο σπίτι του Θανάση.Βραδιές κουλτούρας με Κισλόφσκι και νιόκι.

-Μη μου πεις πως….
-Το έχουμε κάνει στον γκρι πάγκο της κουζίνας,στην αγαπημένη σου καρέκλα με την μαύρη υφασμάτινη επένδυση.
Α,ναι και εκείνο το σουβενίρ σας απο απο Ντουμπάι,ενα κεραμικό με βιτρό,πάνω στην τραπεζαρία που δεν το ξαναείδες ποτέ, εγώ το είχα σπάσει καταλάθος με το πόδι μου.Συγχώρεσε με, μέσα στην καύλα μου δεν έδινα και πολλή σημασία που πατούσα.

-Λίγο σεξ, δε μου λέει τίποτα Σόνια.
-Θα χωρίσω τον Σπύρο.Θα είμαστε μαζί.Του το είπα.

Του έριξε μια ματιά.Σε εμβρυακή σχεδόν στάση βρισκόταν ακόμη αναίσθητος στο πάτωμα.

Πόσες ακόμη,σκέφτηκε.Με πόσες ανερχόμενες του θεάτρου τέχνης θα έχεις πλαγιάσει, ρε Θανάση;

Σε πόσες γέμιζες τα ποτήρια με φτηνό κόκκινο κρασί που τόσο γουστάρεις, διαβάζοντας τους Ίψεν;
Για μια στιγμή, θέλησε να τον κλωτσήσει.Να αρχίσει να τον κλωτσάει μέχρι να του ματώσει τα ρούχα.Μέχρι να μη φαίνεται άνθρωπος.Μόνο αίμα.

-Ωραία,γιατί βρισκόμαστε εδώ λοιπόν;

Εδω και 2 χρόνια εμείς οι 3 μοιραζόμαστε τον ίδιο άνδρα.Μια ιδιότυπη παρτούζα,δεν είναι;Ανταλλάσουμε μεταξύ μας υγρά, χάδια, αισθήματα μέσα απο έναν Θανάση.

-Στο δια ταύτα,Λυδία.
-Αφού λοιπόν, έχουμε μοιραστεί τόσα κομμάτια του Θανάση και επειδή πιστεύουμε πως δεν πρόκεται να πάψεις ποτέ να είσαι η μεγάλη επίσημη κι αγαπημένη-θύμα, με τη Σόνια έχουμε ήδη αποφασίσει να κρατήσουμε κάποια κομμάτια του.

Θα τον σκοτώσουμε εδώ τώρα.Θα τον κόψουμε σε μικρά κομματάκια.Άλλωστε έτσι δεν τον είχαμε πάντα.Σε μικρές δόσεις.Πότε μόνο σεξ, άλλοτε σεξ με λίγη θεατρικότητα, καμιά φορά μόνο μεγάλα λόγια.

-Πιάσε το μαχαίρι και έλα να πάρεις το κομμάτι σου απο τη μοιρασιά.

Σκέφτηκε να του κόβει τα πόδια.Μετά το ένα πόδι και το ένα χέρι.Της άρεσαν τα χέρια του.Είχε χοντρά δάχτυλα και ταλαιπωρημένες παλάμες,πράγμα που εκείνη το έβρισκε περίεργο για έναν άνθρωπο που δεν είχε κάνει ποτέ του καμιά χειρωνακτική εργασία.
Να του βγάλω τα μάτια ίσως.Ή τα χείλη του.Να του κόψω τα χείλη του, να τα φορέσω πάνω στα δικά μου μήπως και νιώσω τη γεύση όλων αυτών των γυναικών που άγγιξε με αυτό το στόμα.

«-Μάικ, τι λες;
-Νόμιζα πως παντρεύτηκα μια βασιλοπούλα, Αγνή κ’όταν άνοιξα τα μάτια μου βρήκα δίπλα μου ένα φίλο,μια γυναίκα.Καμιά φορά όταν κοιμάσαι στην αγκαλιά μου και χώνεις τη μουσουδίτσα σου πάνω στο στήθος μου πάει ο νους μου σε όλους εκείνους που είναι μονάχοι και κοιτάνε το ταβάνι ή γράφουν ποιήματα.
-Εσύ με πέρναγες για βασιλοπούλα κι εγώ για ποιητή.Πού να φανταστεί ένας ποιητής ότι τα πόδια μου είναι κρύα κι ότι κάθε τόσο με πιάνει λόξυγγας.»

Την είχε βάλει να κάνει την Αγνή.
Θυμόταν που είχε μπει στο σπίτι κρατώντας το Νυφικό Κρεβάτι του Γιαν ντε Χάρντογκ στο χέρι.Είχε πάρει το ρόλο του Μάικ και ήταν τόσο μα τόσο χαρούμενος.Το πρόβαραν μια δυο φορές κι εκείνος ένα πτώμα,πεινασμένος με μάτια να κλείνουν, λίγο πριν αρχίσει το ροχαλητό του γυρισμένος απο την άλλη πλευρά της ψιθύρισε πως είναι η Αγνή του.

-Προδότη, σκέφτηκε.Προδότη και άρχισε να πλησιάζει προς το μέρος του.
Η Σόνια τράβηξε τόσο δυνατά το πράσινο πουκάμισο του που σχεδόν έχασε την ισορροπία της πάνω στα δωδεκάποντα παπούτσια της.

-Εγώ θέλω καρδιά, κορίτσια, αναφώνησε υστερικά η Σόνια.Το πουλί του ας το πάρει η Λυδία.

Έβλεπε το γυμνό του στέρνο, εκεί που συνήθιζε να ακουμπά το κεφάλι της τα βράδια.Στέρνο καλυμμένο με τρίχες.Δικό της στέρνο έτοιμο να το ξεσκίσουν.

ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ.
Περιμένετε.Θα τον αφήσω.Θα εξαφανιστώ.Θα τον αφήσω.Θα εξαφανιστώ.
Επαναλάμβανε τις δυο προτάσεις σα ρομπότ.
Μην τον σκοτώσετε. Είστε ελεύθερες να τον μοιράζεστε χωρίς εμένα, ένα ενοχλητικό εμπόδιο.Έτσι θα μπορεί να διαλέξει όποια απο τις δυο σας θέλει.

-Τι λες;
Την κοίταξαν και οι δύο εκπληκτες.
-Λύστε τον,πάμε να φύγουμε απο εδώ.Όταν συνέλθει θα θεωρήσει πως έπεσε θύμα ληστείας.Πάρτε το πορτοφόλι του και το κινητό του.Θα βρει τρόπο να γυρίσει σπίτι.

Εγώ, μπορώ να τον αγαπώ απο μακριά.

 

Leave a Reply