μια γυναίκα που θελει να αυτοκτονήσει.Θα το κάνει:

Αμούτου(أموت ) σημαίνει πεθαίνω….

Θα πηδήξω.

Λίγη φόρα θα πάρω και θα πηδήξω.Θα βρεθώ στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα και μετά τσουπ,φαρδιά,πλατιά θα προσγειωθώ στο οδόστρωμα.«Πρέπει να σκεφτώ πως θα πέσω,μη με βρουν και τελείως στραπατσαρισμένη.Να μην πέσω μπρούμυτα.Αν πέσω έτσι,θα σπάσουν όλα.Τα δόντια μου,θα γεμίσει αίματα το πρόσωπο μου και θα βγω παραμορφωμένη.Όχι,να πέσω ανάσκελα πρέπει.Έτσι θα χτυπήσω πίσω στο κεφάλι και στη χειρότερη θα σχηματιστεί μια μικρή λιμνούλα αίματος πισω από το κρανίο μου.

Ελπίζω να μη χυθούν κομματάκια μυαλού.»

Θυμήθηκε πως της άρεσε να τρώει το μυαλό του αρνιού το Πάσχα.

«Gross!»αναφωνησε και μετά ξέσπασε σε γέλια.

Είχε φορέσει τζιν παντελόνι αν και αγαπούσε τα φορέματα.Σκεφτόταν πως κατά την προσγείωση της θα ήταν ιδιαίτερα ατιμωτικό να τη βρουν με το κίτρινο κυλοτάκι της σε κοινή θέα.Έβγαλε τα παπούτσια της και έπιασε τα μαλλιά της με ένα ροζ λαστιχάκι.Μετά με νευρικές κινήσεις τράβηξε το λαστιχάκι και τα άφησε και πάλι να πέφτουν στους ώμους της.

«Ματαιόδοξη ακόμη και λίγο πριν την πτώση»

Θυμήθηκε τον Καμύ.

“για μερικά τουλάχιστον πλάσματα, το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνεις ό,τι δεν ποθείς”

Για εκείνη ίσχυε το αντίθετο.Βρισκόταν στην ταράτσα μιας τετραώροφης πέτρινης πολυκατοικίας στο Πορτο Ράφτη επειδή δεν είχε πια τον Μανώλη.

Έβγαλε από την τσέπη της το γράμμα που κάθε αυτόχειρας οφείλει να έχει πάνω του.Κάτι περιστέρια στην άκρη των συρμάτων την περιεργάζονταν αφήνοντας παράλληλα και τις κουτσουλιές τους.

«Δεν υποφέρω από κατάθλιψη και δεν είχα σκεφτεί ποτέ ως τώρα να αυτοκτονήσω.Δεν έχω κανένα παράπονο από τη δουλειά μου και έχω φίλους.Οι γονείς μου είναι δυο καλοσυνάτοι άνθρωποι τους οποίους αγαπώ.Ο λόγος που βρίσκομαι νεκρή είναι ο Μανώλης.Βασικά,είναι η απουσία του Μανώλη.Θα σας εξηγήσω.

Σε αυτή την πρόταση είχε κάνει ένα μικρό λάθος από τη βιασύνη της.

«Ο απουσία του Μανώλη»χαμογέλασε χωρίς να τη νοιάζει και συνέχισε να διαβάζει.

«Πριν 10 μήνες γνώρισα τον Μανώλη.Είχε έρθει από το μαγαζί να διαλέξει κινητό.Εκείνος επέμενε να πάρει ένα android ενώ εγώ όπως γνωρίζετε αγαπώ την Apple.Τον έπεισα τελικά να αγοράσει το μηλοκινητάκι κι εκείνος μου πρότεινε να πάμε για καφέ.

Και πήγαμε.Και μετά πήγαμε και για ποτό. Κ’ υστερα πήγαμε σπίτι του και κάναμε σεξ όλο το βράδυ.

Μαμά,μην κοκκινίζεις.Ούτως ή άλλως,δεν έχει πλέον σημασία.

Ο Μανώλης λοιπόν,μαμά,ήταν λίγο διαφορετικός από τους άλλους.Όχι μόνο για την προφορά του που θύμιζε Γάλλο(μη χέσω ο Σερραίος) αλλά κυρίως γιατί όταν χαμογελούσε σε έκανε να νιώθεις πως τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά.

Κάθε μέρα μαζί.Κάθε βράδυ μαζί.Σεξ,πολύ σεξ και πολλές αμερικάνικες σειρές.

Α, ξέχασα να σας πω.Πριν από μένα ο Μανώλης τα είχε με τη Σάντρα. Πολύ καιρό.Σχεδόν 5 χρόνια.Κι εκείνη τον έπαιρνε τηλέφωνα και τον παρακαλούσε να γυρίσει.

Τελικά τον έπεισε.Τον έπεισε ένα Σάββατο.Ή τουλάχιστον εμένα ήρθε το προπροπροπροηγούμενο Σάββατο να μου πει πως θέλει να χωρίσουμε γιατι θέλει να δώσει στη Σάντρα μια δεύτερη ευκαιρία.

«Φρικτό να έχεις ένα Σαββατοκύριακο να κλαις».Τουλάχιστον αν ήταν καθημερινή θα προσπαθούσα να μην τον σκέφτομαι λόγω δουλειάς».

Ξέρω τι σκέφτεστε.Πώς οι άνθρωποι χωρίζουν και πως δεν ήμασταν και τόσο μεγάλο διάστημα μαζί για να το πάρω και τόσο βαριά.

Θα συμφωνήσω.Μα οι μέρες μου περνούσαν κι εγώ δεν είχα κανέναν να πάρω τηλέφωνο να του πω να βάλει να κατεβαίνει η τρίτη σεζόν του Californication. Και στη δουλειά μας έφεραν νέα bumpers και θυμόμουν τον Μανώλη που το δικό του το είχε καταστρέψει γύρω γύρω.Όχι απλα το είχε καταστρέψει.Ήταν λες και το δάγκωνε με τα δόντια του και του έκοβε μικρά μικρά κομματάκια.

Και η σάλτσα pesto του.Μαμά,θα ενθουσιαζόσουν αν είχες δοκιμάσει.Και ο τρόπος που πρόφερε το ρο.Και η αγάπη του για το κόκκινο χρώμα, τη Χίο,τις καραμέλες ΒΙΑΠ,την…»

Ο ήχος του κινητού της διέκοψε για λίγο τη σκέψη.

«Ούτε να αυτοκτονήσουμε με την ησυχία μας δεν μας αφήνουν!Θα το σηκώσω μετά.»

Σταμάτησε και σκέφτηκε πως το γράμμα της ήταν απαράδεκτο.Όλοι οι αυτόχειρες γραφουν δυο τρεις λέξεις.

«Φταίει η κοινωνία για την πράξη μου ή Συγγνώμη για τα χρέη που σας αφήνω.Θα σας αγαπώ πάντα.Ο μπαμπάς».

Εκείνη έγραφε για την καταπληκτική σάλτσα του Μανώλη.

«Ο Μανώλης λοιπόν έφυγε και με άφησε με συνήθειες που πλέον δεν είχα λόγο να έχω.

Με έμαθε να ζω με μικρές ρουτίνες τις οποίες δεν μπορούσα να αποβάλλω.Πολύ εγωιστικό εκ μέρους του.«Όταν φεύγετε κύριε Μανώλη,μαζί με το καπελάκι σας να παίρνετε μαζί και τις μικρές ρουτίνες.

Γιατί τα βράδια αυτές οι μικρές ασήμαντες ρουτινούλες έρχονταν και ξάπλωναν δίπλα από το μαξιλάρι μου αντί για σένα.Κι είχαν μαύρα μακριά χέρια και τρομακτική όψη.Και με κοιτούσαν στα μάτια ζητώντας μου να τις ικανοποιήσω.Μα εγώ δεν μπορούσα.Δεν μπορούσα γιατί δεν ήταν δικές μου.Ξέμειναν,καταλαβαίνεις;Παρατημένες στην πόρτα μου,όπως τα μωρά που τα παρατούν μέσα σε καλαθούνες στην πόρτα ενός πλούσιου σπιτιού.

Γι’αυτό και αυτοκτόνησα.Γιατί δεν άντεξα τις βρωμορουτίνες σου.»

«Λες να σβήσω την τελευταία πρόταση;Μετά από 100 σελίδες για τον Μανώλη είναι εμφανές πως αυτοκτόνησα για τον Μα»

«ΝΩΛΗ;»αναφώνησε καθώς πήρε στα χέρια της το κινητό της για να δει ποιος την είχε καλέσει.

Μια κλήση από εκείνον μετά από 1,5 μήνα.

Δεν μπορεί να είναι τυχαίο.Μήπως την είχε δεί πουθενά;

Μπορεί να ήταν κάπου τριγύρω στο λιμάνι Μεσογαίας και να καθόταν με τα κιάλια του σε κανένα μπαλκόνι και να την είδε πάνω στην ταράτσα του κτιρίου.
Ή ίσως και να το μετάνιωσε που την εγκατέλειψε.

«1,2,3 βαθιά ανάσα.1,2,3 βαθιά ανάσα.»

Μπορούσε να αυτοκτονήσει με εξαιρετική ευκολία όμως το να βρεί το κινητό του Μανώλη και να πατήσει το κουμπί κλήσης της έμοιαζε ακατόρθωτο.

Πρώτος χτύπος.Δεύτερος Χτύπος.Τρίτος χτύπος.

«Ναι;»

«1,2,3 βαθιά ανάσα.»

Μέτρησε από μέσα της και προσπάθησε να ελέγξει την τρεμάμενη φωνή της.

«Καλησπέρα,Μανώλη.Πως είσαι;Είδα την κλήση σου στο κινητό μου.Δυστυχώς δεν το άκουσα γιατί ήμουν πάνω στη μηχανή ενός φίλου.Με ήθελες κάτι;»

Σκέφτηκε πως το ψέμα της ήταν ηλίθιο και πως αν εκείνος ήταν κάπου εκεί κοντά και την παρακολουθούσε θα γνώριζε πως ούτε μηχανή υπήρχε,ούτε και φίλος.

«Ξέρεις Βάσω,προσπαθούσα να θυμηθώ πότε βγαίνει η επιδότηση μου για το κινητό.Σπάω το κεφάλι μου. 12μηνο δεν ήταν το πρόγραμμα.Λογικά,τώρα όπου να ‘ναι βγαίνει.Σε παρακαλώ τη Δευτέρα που θα πας στη δουλειά,ενημέρωσε με.»

«Θα σε ενημερώσω,ναι.»

«Τα λέμε.»

«Bye»

Σχεδόν άψυχη,άρχισε να κατηφορίζει τις σκάλες της πολυκατοικίας ώσπου βγήκε έξω από το κτίριο.

«Στις ταινίες όταν χτυπάει το τηλέφωνο,ο πρωταγωνιστής πάντα μετανιωμένος εξομολογείται τον έρωτα του και επιστρέφει πίσω στην πρωταγωνίστρια.Στο δικό μου κοσμικό αστείο,ο Μανώλης που με παράτησε,θυμήθηκε μετά από σχεδόν 2 μήνες πλήρους απουσίας να με πάρει τηλέφωνο να με ρωτήσει πότε βγαίνει η επιδότηση του κινητού του.»

Στα λόγια του δεν υπήρχε πουθενά η λέξη «πώς».

Πώς είσαι;Πώς τα περνάς;Πώς πάει η δουλειά;

«Το πώς είναι ένα τόσο δα επίρρημα που δηλώνει τρόπο.Προφανώς ο Μανωλάκης δεν ενδιαφερόταν καν να μάθει πως εξελίσσονται τα πράγματα στη ζωή μου»

Έβγαλε από την τσέπη της το σημείωμα του αυτόχειρα ,το έσφιξε νευρικά στην παλάμη της μέχρι που έγινε μια μικρή άμορφη μπαλίτσα και με ύφος μπασκετμπολίστα το πέταξε μέσα σε έναν ανοιχτό μπλε κάδο ανακύκλωσης.

«Χρειάζομαι μια μπύρα επειγόντως.»

  1. Ο/Η kokkini_toufa λέει:

    Όμορφη ιστορία. Όπως πάντα :)
    Χαμογέλασα γιατί θυμήθηκα πόσους μικρούς θανάτους έχουμε πνίξει μέσα σε μια μπύρα, κρασί, ουίσκι, τζιν, βότκα, μαργαρίτες, πόσο αλκοόλ καταναλώνουμε τελικά για να επιβιώσουμε Θεέ μου;
    Εξαιρετική επιλογή να πετάξει το σημείωμα του αυτόχειρα σε κάδο ανακύκλωσης.
    Δεν θα επιβαρύνουμε το περιβάλλον επειδή γύρισες στην πρώην σου Μανώλη.

Leave a Reply