we

Οκάριρου (اقرر ) σημαίνει αποφασίζω…

*σε αυτήν την ιστορία, όμορφε μου, αποφάσισα να δώσω το τέλος που της αξίζει

Πήγε και την πήρε από το σπίτι της στις 21:30. Στις 22:05 είχαν φτάσει στον Πειραιά στο Καφέ των Αισθήσεων.
Το μέρος το είχε διαλέξει εκείνη. Ήταν η δεύτερη φορά που ερχόταν. Την πρώτη ήταν το 2000. Την είχε φέρει ο Δημήτρης , ένας φίλος της Πειραιώτης που ήθελε να της ζητήσει συμβουλή για μια γκόμενα.
Εκεί μέσα είχε ακούσει για πρώτη φορά το We’ll meet again από Cash.
«Να ας καθίσουμε εδώ στη μπάρα. Εγώ ένα ποτήρι λευκό κρασί, εσύ Σωτήρη;»
«Από πότε πίνεις κρασί, όσες φορές έχουμε βγει συνηθίζεις να πίνεις το πιο κουλό κοκτέιλ που υπάρχει.»
«Έτσι για αλλαγή.»
Έπιασε το ποτήρι στα χέρια της και καθώς το έφερε κοντά στο στόμα της τον παρατηρούσε.
Του πήγαινε το μωβ. Είχε ανεβάσει λίγο τα μανίκια από το μωβ πουκάμισο του και τα ακάλυπτα από τους αγκώνες και κάτω χέρια του ήταν ερωτικά. Στα μαλλιά του έβαζε τζελ, καλά αυτός έλεγε πως βάζει μόνο κερί αλλά δεν του έστρωναν με τίποτα με το κερί και σίγουρα έβαζε και τζελ. Δεν του το έλεγε, τον άφηνε να νομίζει πως τον πιστεύει.
Τον κοιτούσε και σκεφτόταν πόσο ταιριαστοί είναι.
Εκείνος με τα πλούσια μαύρα μαλλιά του, τα γυαλιά του για το σοφιστικέ του πράγματος, το σώμα του, ένα σώμα που ήταν φτιαγμένο για να το αγγίζεις κι εκείνη με το μαύρο της παντελόνι και το λευκό πουκάμισο, λίγο πιο κυριλέ από ότι συνήθως με τα ψηλά της τακούνια που τόσο τον καύλωναν.
Τα τακούνια και τα μαλλιά της που έπεφταν πάνω στο στήθος της την ώρα που ήταν από πάνω του.
«Σωτήρη, δεν είναι πολύ γελοίο το πώς γνωριστήκαμε; Πόσο random.»
«Κάτι μήνες πριν σε μια κάθετη της Ιπποκράτους.»
«Ναι. Είχες έρθει με την γκόμενα σου σε μια έκθεση γλυπτικής. Βαριόσουν τόσο πολύ, κατέβαζες τη μια σαγκρία μετά την άλλη προσπαθώντας να καταλάβεις τι ηδονικό υπήρχε στο να παρίστασαι σε έναν χώρο γεμάτο με χέρια.
Άλλα από ξύλο, αλλά από διάφορα πλαστικά ενωμένα μεταξύ τους, κάποια μαρμάρινα. Τα πέρασες όλα φευγαλέα αλλά κοντοστάθηκες μπροστά σε ένα ζευγάρι χέρια που ήταν από πέτρα.
Σε πλησίασα και σου είπα πως ο καλλιτέχνης θεωρεί πως τα χέρια αυτά ανήκουν σε έναν άνθρωπο ψυχρό, σκληρό και συναισθηματικά δύσκαμπτο.

Με ρώτησες πως το ξέρω αυτό και σου απάντησα « Γεια, είμαι η Δώρα, τα χέρια αυτά είναι δικά μου και τα ‘χω με το γλύπτη!»
Το ίδιο βράδυ καταλήξαμε να φιλιόμαστε κάπου στα Εξάρχεια. Σου είπα σε παρακαλώ μη με πηδήξεις απόψε και είπες εντάξει. Το ίδιο και τη δεύτερη φορά που βρεθήκαμε. Η τρίτη φορά μας βρήκε σε ένα ξενοδοχείο κάπου στο Λουτράκι.
Είχε ήδη πιει το πρώτο της ποτήρι και έκανε νόημα στον μπάρμαν για το δεύτερο.
Μπορούσες να αντιληφθείς την αμηχανία της. Έπαιζε με το ασημένιο χαρτάκι από τα τσιγάρα της, ανεβοκατέβαινε στο σκαμπό, κοιτούσε τριγύρω λες και έψαχνε κάποιον να βρει.
«Δώρα, είναι τόσο obvious πως θες να μιλήσουμε. Σε ακούω.»
Από εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια δε σταμάτησαν να βρίσκονται. Εκείνη είχε χωρίσει με το γλύπτη λίγο μετά τη γνωριμία της με το Σωτήρη. Ο Σωτήρης από την άλλη, εξακολουθούσε να είναι με τη κοπέλα που είχε έρθει τότε στην έκθεση.
Θυμήθηκε ένα βράδυ. Το είχαν περάσει στο εξοχικό του. Όλη τη νύχτα έκαναν έρωτα και κάπου εκεί σε ένα από τα τσιγάρα που κάπνιζαν στα ερωτικά τους ιντερμέδια εκείνη τον ρώτησε γιατί μένει ακόμη μαζί της.
«Υπάρχουν τόσα πράγματα αγαπημένη μου Δώρα που κρατούν μαζί τους ανθρώπους. Τα χρήματα, η ανασφάλεια, η ρουτίνα, ο έρωτας, η ενοχή.
Ναι, η ενοχή. Βλέπεις, κάθε φορά που φεύγω από εσένα τρελαμένος από τα τρυφερά σου αγγίγματα και επιστρέφω σε εκείνη, προσπαθώ να της κάνω έρωτα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάνω και σε σένα. Στην αρχή, στα φιλιά και τα χάδια όλα είναι καλά αλλά όταν μπαίνω μέσα της αδυνατώ να διατηρήσω το ρυθμό που έχω μαζί σου. Οι κινήσεις μου γίνονται όλο και πιο έντονες, βίαιες σχεδόν και ταυτόχρονα απρόσωπες, δε θέλω να την κοιτώ, την βάζω στα τέσσερα και το μόνο που με νοιάζει πλέον είναι να τελειώσω και να κοιμηθώ. Εκείνη το καταλαβαίνει. Και αυτό με κάνει να νιώθω τόσες τύψεις που ως εξιλέωση για τη στάση μου αυτή, παραμένω σε μια σχέση που έχει προ πολλού τελειώσει.»
«Πες μου λοιπόν, τι θες να συζητήσουμε. Μαντεύω το θέμα αλλά I’m all ears.»
Τράβηξε δυο τζούρες συνεχόμενες, σηκώθηκε όρθια, κατάλαβε πως καμπούριαζε αλλά δεν την ένοιαξε ιδιαίτερα. Έριξε τα ξανθά μαλλιά της πίσω.
«Ο κόσμος, Σωτήρη είναι φτιαγμένος από ανθρώπινες ιστορίες. Γεγονότα, συναισθήματα, λόγια, πράξεις, άνθρωποι σε διαφορετικούς τόπους, αλλιώτικες γλώσσες, όλα μπλέκονται με γράμματα της αλφαβήτας και σημεία στίξης και συνθέτουν τη ζωή.
Άνθρωποι συναντιούνται καθημερινά στο σουπερμάρκετ, στην αναμονή ενός ιατρείου, στην ουρά για εισιτήρια στο Castel Sant’ Angelo ή στις τουαλέτες ενός μπαρ στην Καρύτση, σε γραφεία, σε τράπεζες, σε συναυλίες, στα κόκκινα φανάρια της Κηφισίας.
Τις περισσότερες φορές είναι και παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους ή στην καλύτερη γίνονται μια απλή κοινωνική συναναστροφή.
Υπάρχουν όμως και ελάχιστες φορές που αυτοί οι άνθρωποι γίνονται φίλοι, κολλητοί, γκόμενοι της μια βραδιάς κι αν το σύμπαν είναι ένα τσικ πιο γενναιόδωρο, οι άνθρωποι ερωτεύονται και έτσι ξεκινούν να γράφουν ιστορίες.
Και δεν πρέπει να υποτιμούμε καθόλου τη σημασία των ιστοριών αυτών, γιατί εντάξει στα δικά μας μάτια δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον στη Σάρα που την κοιτάει ο Τόμας ενώ τρώει το mushroom burger της, αλλά ο Τόμας ξέρει πως η Σάρα είναι 2 μηνών έγκυος ή στον ηλικιωμένο κύριο του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που κρατάει τρυφερά το χέρι της συζύγου του που μόλις τον πληροφόρησε ο γιατρός πως έχει καρκίνο ή σε έναν μεθυσμένο τύπο που τον βλέπουμε στις 3 το ξημέρωμα να ουρλιάζει κάτω από ένα μπαλκόνι «σ’ αγαπώ, αυτή τη φορά θα αλλάξω» ή σε μια αθλήτρια του στίβου που έκανε χάλια επίδοση και ψάχνει μέσα στο πλήθος τον αγαπημένο της για να της δώσει κουράγιο με τα μάτια.
Κι εμείς εδώ λοιπόν, καλέ μου, έχουμε μια ιστορία για την οποία σου ζητώ να αποφασίσεις την έκβασή της ώστε να μπορέσω να τη διηγηθώ.
Εσύ θα αποφασίσεις αν είναι από αυτές τις ιστορίες τις σύντομες που τελειώνουν στις 20 σελίδες και δίνονται δώρο τα καλοκαίρια με τις κυριακάτικες εφημερίδες ως ανάλαφρα αναγνώσματα παραλίας ή από τις άλλες που καταλήγουν να γίνουν σπουδαία ερωτικά μυθιστορήματα σε προθήκες βιβλιοπωλείων.
Θέλω να διαλέξεις πού θέλεις να είσαι. Δεν πρόκειται περί τελεσίγραφου αλλά περί δίκαιας διαχείρισης. Αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι είναι άδικο for all three of us, δε συμφωνείς;
Σε διαβεβαιώνω πως τα συναισθήματα μου για εσένα είναι έντονα και σαφή, συνεπώς αν αποφασίσεις πως θέλεις να είμαστε μαζί θα φροντίσω να είσαι ο πιο ευτυχισμένος τύπος που βάζει τζελ εν έτει 2014 του κόσμου. Αν πάλι διατηρήσεις το υπάρχον relationship quo θα σεβαστώ την απόφαση σου και θα κρατήσω την πρέπουσα απόσταση.»
Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, μετά το άφησε νευρικά στο τασάκι. Εκείνος την πλησίασε και άγγιξε τα χέρια της. Τα βρήκε τόσο απαλά και ζεστά.
Σκέφτηκε πόσο έξω είχε πέσει τελικά ο πρώην της και χαμογέλασε.

2 μήνες μετά, ψιλοτύφλα ένα βράδυ Παρασκευής πήγε και την βρήκε στο σπίτι της και της πρότεινε να γίνει το κορίτσι του.

Leave a Reply