δυο άνθρωποι κοιτάζουν το ίδιο φεγγάρι

Σάταα (سطع) σημαίνει φωτίζω….

Για σένα Λόγκαν.

«Στην Ακρόπολη ρε μαλάκες; Είστε σοβαροί που θ’ανέβουμε εκεί πάνω για να δούμε ένα φεγγάρι;»
«Έλα ρε, συ. Θα έχει τη πλάκα του. Έρχεται και η Σωτηρία, εκείνο το γκομενάκι που σε ζαχαρώνει. Καλή είναι. Έλα, θα ανταλλάξετε καυτά φιλάκια κάτω από το τελευταίο φεγγάρι του Αυγούστου. Θα πέσει και λίγο μπαλαμούτι.»

Στα 32 του θεώρησε σαχλή την παρότρυνση του φίλου του. Δεν ήταν μικρό παιδί για να τρέχει σε ιερούς και μη βράχους, για να στριμώχνει σε σκοτεινές γωνιές γκομενίτσες για τις οποίες δεν ενδιαφερόταν καν και να λέει ρομαντικούρες κοιτώντας κίτρινα φεγγάρια.

«‘Ελα ρε. Να ξαναθυμηθούμε τα νιάτα μας. Ανέβαινε.» ήταν η τελευταία παρότρυνση του κολλητού του Μάρκου.

Να ξαναθυμηθούμε τα νιάτα μας, σιγοψιθύρισε και άρχισε να ανεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπατάκια.

Όλοι αυτοί οι κίονες τριγύρω τον ενοχλούσαν. Βασικά τον ενοχλούσαν οι αναμνήσεις. Και στα μάτια του η ακρόπολη συμβόλιζε την ανάμνηση μιας ένδοξης πατρίδας.

«Συνεχίστε. Θα κάτσω να ξαποστάσω εδώ σε αυτήν την αρχαία πέτρα. Θα πιω την μπύρα μου και θα στοχαστώ σαν άλλος αρχαίος Έλληνας.»Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα και για λίγο χάζεψε τριγύρω του τους ανθρώπους.

«Αγάπη μου, κοίτα το φεγγάρι. Ορκίσου μου πως θ’ αγαπάς για πάντα» ρωτούσε μια ξανθιά κοπέλα με ένα floral φόρεμα το αγόρι της .

«Τους αλήτες, μα να μας τα έχουν κλέψει όλα;» ψέλλιζε ένας ηλικιωμένος κύριος με καφέ κοντομάνικο πουκάμισο και μπεζ σορτσάκι, φορεμένο αστεία σχεδόν κάτω από το στήθος του.

«Στ’ αριστερά βλέπεις τα Προπύλαια, που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Παρατήρησε το αέτωμα. Πόσο λιτό, χωρίς υπερβολική διακόσμηση» έλεγε με στόμφο ένας καλοβαλμένος κύριος εκεί γύρω στα 50 σε μια νεαρή κοπέλα όχι μεγαλύτερη από 26.

Από μακριά ακούγονταν μελωδίες του Χατζηδάκη από τη χορωδία που είχε έρθει για να ντύσει μουσικά το event της πανσελήνου.
Είχε μια πολύ κουραστική ημέρα. Ο Σεπτέμβριος ήταν προ των πυλών και όλοι οι γονείς με τα παιδιά τους είχαν αρχίσει να κατακλύζουν το βιβλιοπωλείο του για σάκες, τετράδια, σχολικά βοηθήματα, κηρομπογιές.Κοίταξε το φεγγάρι και ήπιε μια γουλιά από τη μπύρα του.Το ξανακοίταξε αυτή τη φορά παρατηρώντας τους εσωτερικούς χρωματισμούς του.

«Μοιάζουν με μικρά σύννεφα, έτοιμα να φέρουν βροχή.»

«Ή με τη Βραζιλία αντιστραμμένη.»

Χαμογέλασε με τη σκέψη του.

‘Έτσι του είχε πει η Ιωάννα την τελευταία φορά που είχαν δει μαζί μια πανσέληνο χρόνια πριν.

Ήταν η τελευταία του σχέση. Είχαν μείνει μαζί 2 χρόνια. Θυμόταν ακόμη την ημέρα που γνωρίστηκαν.Ήταν Νοέμβριος. Εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω σε κάτι τιμολόγια.

«Καλησπέρα σας. Δυο μπλοκ σημειώσεων Α4 θέλω και αν έχετε μηχανικά μολύβια Faber Castell 0.7 mm.Και μύτες παρακαλώ. Αχ, ναι και χαρτί αλληλογραφίας αν έχετε. Ξέρετε, αυτά τα πολύχρωμα που μυρίζουν ωραία.» του είπε με την ιδιαίτερη άρθρωση της.

Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Κατάμαυρα μαλλιά και έντονα χείλη. Φορούσε ένα γκρι φόρεμα του οποίου το μήκος μπορούσε με δυσκολία να δει μέσα από τη μακριά της καπαρντίνα.

«Τι οφείλω;» τον ρώτησε.

«Έναν καφέ που θα με κεράσεις τη Κυριακή. Αυτά είναι δικά μου» της είπε χαμογελώντας.

«Τι γελοίος που ήμουν σκέφτηκε.”Έναν καφέ που θα με κεράσεις” βρήκα να πω. Μα είναι δυνατόν να έριξα γυναίκα με αυτήν την ατάκα;»

Σήκωσε το κεφάλι του και ξανακοίταξε το φεγγάρι. Η λάμψη του δυνάμωνε. Είχε σχεδόν αρχίσει να τον ενοχλεί.

«Χρήστο, ώστε εδώ είσαι!»

«Σωτηρία μου, με βρήκες λοιπόν.» φώναξε υποκρινόμενος πως τον χαροποίησε η παρουσία της.

«Τα παιδιά είναι πιο πέρα. Πήγαινε να τα βρεις.»

«Μπα, δεν πειράζει. Θα μείνω εδώ μαζί σου. Να χαζέψουμε το φεγγάρι. Να τα πούμε και λίγο.»

«Εμμ, πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα. Πήγαινε και έρχομαι σε λίγο να σας βρω» την παρότρυνε, ακουμπώντας την πλάτη της.

Εκείνη άρχισε να απομακρύνεται. Εκείνος ξανακοίταξε τριγύρω του και άναψε ένα από τα πουράκια βανίλιας που κάπνιζε σε σπάνιες περιπτώσεις.Η τελευταία φορά που είχε κοιτάξει το φεγγάρι ήταν με την Ιωάννα. Είχε μείνει στο σπίτι της εκείνο το βράδυ στο Παγκράτι.

«Έλα πάμε στην ταράτσα, να φάμε τα καλαμάκια μας και να χαζέψουμε το φεγγάρι».

Τον τράβηξε από το χέρι.2 άνθρωποι ξαπλωμένοι σε μια κουβέρτα να κοιτούν ένα φεγγάρι ανάμεσα σε αντέννες, απλωμένα ρούχα, γκρίζο χρώμα, τσίκνα και κορναρίσματα.

«Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε.»

«Μπα, απαγγέλλετε και Ρίτσο, κυρία μου;» της είπε τραβώντας την στη αγκαλιά του.

«Μάλιστα. Κι αν ήξερα να παίζω και πιάνο θα σας έριχνα κι έναν Μπετόβεν για να το δέσω και μουσικά.»

«Λένε πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, τη δόξα και το θάνατο.» συνέχισε εκείνη με στόμφο.

«Δεν ξέρω για το θάνατο, μα στο έρωτα και τη δόξα σε θέλω δίπλα μου, θηλυκέ Ρίτσε».

Δυστυχώς χώρισαν μετά από 2 μήνες. Εκείνη ζητούσε μεγαλύτερη δέσμευση κι εκείνος έχοντας ήδη στο ενεργητικό του έναν αποτυχημένο γάμο που είχε κρατήσει μόλις 1 χρόνο, αρνήθηκε να τη δώσει.Ρούφηξε μια τζούρα από το πουράκι του και ήπιε μια ακόμη γουλιά από την μπύρα του που είχε ζεσταθεί.

«Δεν της έδωσες μια ευκαιρία, ρε βλάκα. Σε αγαπούσε αυτή η κοπέλα. Κουβαλούσες μια ιστορία κι εσύ στις πλάτες σου. Σαν τα μνημεία τριγύρω. Ιστορία ετών που δε σε άφηνε να προχωρήσεις.»

Κοίταξε τις πέτρες, τα αετώματα, το ναό της Νίκης.Κοίταξε τους ανθρώπους.Έπειτα σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε την πανσέληνο.

«Ιωάννα, που να ‘σαι;»

«Ελάτε γρήγορα. Να, εδώ θα κάτσουμε.».

«Ιωάννα, πας καλά; Πάνω στο γρασίδι;»

«Κυρίες μου, αφήστε λίγο στην άκρη τη χωριάτικη κουλτούρα σας. Εξελιχθείτε. Νιώστε λίγο Αγγλίδες. Να, οι φίλοι μας οι Άγγλοι λατρεύουν, ειδικά όταν έχει πολύ ζέστη να κάθονται στο γρασίδι.Immitate them, biatches!»

«Άλλωστε ,θα στρώσω κάτω τα sleeping bags μας. Έχουμε και τον Λευκό Πύργο που όπως δε γνωρίζετε και θα μάθετε asap χτίστηκε τον 15ο αιώνα, χρησίμευσε ως φρούριο Γενιτσάρων αλλά και ως φυλακή και επίσης πήρε το όνομα του επειδή ασβεστώθηκε από έναν Εβραίο κατάδικο.»

«Συναρπαστικά όλα αυτά Ιωάννα μου. Τίποτα άλλο;» της απάντησαν ειρωνικά οι φίλες της με έκδηλη την πλήξη στο πρόσωπο τους.

Έχω φέρει και δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί.» είπε και παρατήρησε πως οι φίλες της στο άκουσμα της λέξης “ κρασί” ήταν πλέον πρόθυμες να ακούσουν τις βαρετές περιγραφές της.

«Μπλε δεν είπαν πως θα είναι το φεγγάρι;» ρώτησε με απορία μια φίλη της.

Σήκωσε το βλέμμα της.

«Well,το φεγγάρι είναι πάντα φεγγάρι, ανεξάρτητα με το χρώμα του».

Άρχισε να μοιράζει τα πλαστικά ποτήρια για το κρασί. Έριξε μια ματιά σε έναν μπαμπά με την κόρη του που είχαν έρθει και εκείνοι στη βάση του Λευκού Πύργου για τον ίδιο λόγο.

«Κοίτα, Αλκμήνη μου, το φεγγαράκι. Πόσο μεγάλο και φωτεινό είναι.»

«Και η μανούλα στο φεγγαράκι είναι;»

«Ναι, εκεί είναι και η μαμά. Βλέπεις εκεί στην άκρη; Εκεί κάθεται και μας χαζεύει.»

Συγκινημένη προσπάθησε να παρατηρήσει αν πράγματι καθόταν μια γυναίκα εκεί στην άκρη του φεγγαριού.

Λοιπόν, με τι σας μοιάζει το φεγγάρι;» ρώτησε τις φιλενάδες της ελπίζοντας να ακούσει κάποια ευφάνταστη περιγραφή.

«Εγώ το βλέπω σαν τεράστια φωτεινή μπάλα»

«Εγώ πάλι το βλέπω σα λάμπα.»

Θεέ μου, πόσο βαρετές είναι οι κολλητές μου!» σκέφτηκε απογοητευμένη.

Εσένα με τι σου μοιάζει, Ιωαννάκι;»

«Με τη Βραζιλία, αλλά όπως τη βλέπουμε μέσα από καθρέφτη.»

Χαμογέλασε.

Την τελευταία φορά που είχε πει αυτήν την ατάκα ήταν πριν 3,5 χρόνια, όταν ζούσε ακόμη στην Αθήνα. Με το Χρήστο.Ακόμα θυμόταν την πρώτη φορά που τον είχε συναντήσει στο βιβλιοπωλείο του. Είχε βρεθεί κάπου στη Δάφνη και έψαχνε απεγνωσμένα ένα βιβλιοπωλείο για να αγοράσει μηχανικά μολύβια. Η εμμονή της.Εκείνος φαινόταν χαμένος σε σκέψεις. Μετρίου αναστήματος, με μούσια και φωτεινά μάτια. Φορούσε ένα σκουρόχρωμα τζιν και ένα ροζ πουκάμισο.Στην αρχή δεν της είχε τραβήξει το ενδιαφέρον. Μέχρι τη στιγμή που της πρότεινε να τον κεράσει έναν καφέ για να πατσίσουν για τα μολύβια που αγόρασε.

«Τι χαριτωμένο θράσος» σκέφτηκε και χαμογέλασε.

Είχαν μείνει μαζί 2 χρόνια. Τους έδενε η αγάπη τους για τα βιβλία και το καλό σεξ. Τους χώρισε η ανασφάλεια του και το γεγονός πως δεν ήταν έτοιμος για περαιτέρω δεσμεύσεις.Εκείνη μετά από 1 μήνα τα μάζεψε από την Αθήνα και επέστρεψε στους δικούς της στη Θεσσαλονίκη για να αναλάβει το ταξιδιωτικό γραφείο της μητέρας της.

«More wine,ladies;»είπε και άρχισε να γεμίζει τα ποτήρια των φίλων της με κρασί.

«Φεγγάρι, φεγγαράκι, τι μου θύμισες απόψε το βράδυ. Τι αναμνήσεις μου φώτισες.»

Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε δει την πανσέληνο.Ήταν στο σπίτι της στο Παγκράτι. Έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο Χρήστος είχε έρθει να κοιμηθεί στο σπίτι της. Είχαν παραγγείλει σουβλάκια όταν εκείνη είχε τη φαεινή ιδέα να ανέβουν στην ταράτσα να χαζέψουν το φεγγάρι.Τον θυμάται ακόμη να της ψιθυρίζει στίχους από τον Τελευταίο Σταθμό του Σεφέρη στο αυτί της.

«Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μου άρεσαν. Σιωπές αγαπημένες της Σελήνης» και την άρπαξε στην αγκαλιά του.

Κι εκείνη μετά του απήγγειλε Ρίτσο μα ήθελε τόσο πολύ να του πει για τον “Βυθό” του Μίλτου Σαχτούρη.

“Ένας ναύτης ψηλά, τρέχει μεσ’ στο φεγγάρι κι η κοπέλα απ’ τη γης λέει ένα τραγούδι που δε φτάνει ως το ναύτη,φτάνει ως το λιμάνι,φτάνει ως το καράβι,φτάνει ως τα κατάρτια,μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι.”

Εκείνος ήταν ο ναύτης. Κι εκείνη η κοπέλα. Ήξερε πως θα τον έχανε σύντομα.Ό,τι κι αν έκανε δε θα κατάφερνε ποτέ να τον κάνει δικό της για πάντα.

«Ρε Ιωάννα, μπλε δεν έλεγαν πως θα είναι η σημερινή πανσέληνος;» επανέλαβε η μια της φίλη.

«Εεεε, ναι έτσι είπαν, αλλά δεν είναι να τους πολυπιστεύεις τελικά.»

Σηκώθηκε όρθια και κατευθύνθηκε προς μια παρέα για να ζητήσει τσιγάρο και φωτιά.Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε το φεγγάρι.

«Χρήστο, που να ‘σαι;»

Leave a Reply