Γιαλούτουχουμ ( يلتهم ) σημαίνει καταβροχθίζω…

Μια ιστορία για μικρά παιδιά.

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν κίτρινο πλανήτη αρκετά μακρινό, ζούσαν κάποια μικρά ανθρωπάκια δίχως ονόματα συνηθισμένα.

Τα ανθρωπάκια αυτά ήταν ορθογώνια και πράσινα, σχετικά κοντά, στο ύψος ενος παιδιού 7 ετών, με πολύ χοντρά πόδια και χέρια.

Καθένα απο αυτά είχε ένα διαφορετικό όνομα  που το έπαιρνε από το πιο σημαντικό του χαρακτηριστικό. Έτσι υπήρχε ο κύριος Γενναιόδωρος, η κυρία Γενναία, ο κύριος Διορατικός, ο κύριος Αισιόδοξος.

Κανένα απο αυτά δεν είχε κάποιο αρνητικό χαρακτηριστικό έτσι η συμβίωση σε αυτόν τον πλανήτη γινόταν χωρίς προβλήματα, μιας και συνεργάζονταν για να ικανοποιούν τις καθημερινές τους ανάγκες.

Κάθε φορά που έπρεπε να κυνηγήσουν η κυρία Γενναία πρωτοστατούσε. Ο κύριος Δημιουργικός ήταν πάντα έτοιμος να ζωγραφίσει χαριτωμένους πίνακες για τα σπιτάκια των υπολοίπων ενώ ο κύριος Μάγειρας ξυπνούσε πάντα πολύ πρωί για να τους ετοιμάζει το φαγητό τους.

Τα πλάσματα αυτά δεν αναπαράγονταν και πέθαιναν μόνο αν κάποιο θηρίο τα έτρωγε. Τότε το ανθρωπάκι εκείνο που βρισκόταν σε πιο κοντινή ακτίνα, με ένα μαγικό τρόπο έπαιρνε το χαρακτηριστικό από το ανθρωπάκι που πέθαινε. Έτσι υπήρχαν σε αυτόν τον πλανήτη και κάποια πλάσματα με διττές ιδιότητες που τα υπόλοιπα τα θεωρούσαν πιο σοφά, μια εξέλιξη του είδους τους.

Μοναδική παραφωνία στη κοινωνία αυτών των πλασμάτων ήταν ένα ανθρωπάκι χωρίς όνομα. Δυστυχώς, δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν κάποια δεξιότητα του με αποτέλεσμα να το έχουν να περιφέρεται όλη μέρα και νύχτα δίχως να συνεισφέρει στην κοινότητα τους.

Το ανθρωπάκι αυτό ένιωθε πολύ δυστυχισμένο. Κάθε πρωί επισκεπτόταν τα σπίτια των υπολοίπων με την ελπίδα πως θα καταφέρει να συνεισφέρει σε κάτι, να τους βοηθήσει, να αντιληφθεί ποιο είναι εκείνο το στοιχείο του που το κάνει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα.

Περνούσε ώρες προσπαθώντας να ψαρέψει αλλά δεν κατάφερνε να πιάσει ούτε ένα ψάρι. Κάποιες φορές προσπαθούσε να τραγουδήσει αλλα η φωνή του ήταν χειρότερη κι από κορακιού. Δεν είχε καμία δεξιότητα, δεν μπορούσε να παρηγορήσει, φοβόταν, ήταν απαισιόδοξο και δυστυχισμένο.

Γυρνούσε σπίτι του και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να γίνει αρεστό στα υπόλοιπα. Έσπαγε το κεφάλι του να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει για να το συμπαθήσουν, πως θα προσφέρει και θα τους γίνει απαραίτητο. Κάθε μέρα ξυπνούσε με ενθουσιασμό και κάθε βράδυ κοιμόταν με απογοήτευση.

Ώσπου μια μέρα μέσα στην τρέλα και τον πανικό του σκέφτηκε πως αφού δεν είχε έμφυτο κάποιο χάρισμα θα μπορούσε να το αποκτήσει τρώγοντας τα άλλα ανθρωπάκια.

Αφού συνέβαινε με τα ζώα, γιατί να μη συμβεί και με τα άλλα πλάσματα του πλανήτη του;

Το επόμενο πρωί κάλεσε στο σπίτι του τον κύριο Καθαρό.

«Προς τι η πρόσκληση;»

«Να έλεγα αν μπορείς να μου καθαρίσεις λίγο το σπίτι μου, γιατί μυρίζει απαίσια κι εμένα με ξέρεις, δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστά!»

«Μα έχουμε συμφωνήσει βάσει προγράμματος πως το δικό σου σπίτι θα το καθαρίσω την επόμενη Πέμπτη στις 18:00 το απόγευμα. Το πλάνο έχει βγει και έχει μοιραστεί σε όλους. Καλύτερα να πηγαίνω»

«Όχι σε παρακαλώ, αφού είναι αχούρι. Λίγο μόνο, μισή ώρα και θα προσπαθήσω να κάνω τα υπόλοιπα μόνος μου»

Ο κύριος Καθαρός τον λυπήθηκε και άρχισε να του ξεσκονίζει τους πίνακες και τα φωτιστικά. Μετά του καθάρισε την κουζίνα και του έπλυνε τα πιάτα.

«Σε παρακαλώ και πίσω από τον καναπέ, έχει τόση σκόνη και καμιά φορά δεν μπορώ ούτε να αναπνεύσω εδώ μέσα…»

Όταν ο κύριος Καθαρός του γύρισε την πλάτη, βρήκε την ευκαιρία να του ρίξει μια στο κεφάλι και να τον αφήσει αναίσθητο. Αμέσως μετά, με ένα πριόνι του διαμέλισε το σώμα μέχρι που στο τέλος το σαλόνι του ήταν γεμάτο με πράσινα μέλη.

Ήλπιζε να έπαιρνε το χαρακτηριστικό του κυρίου Καθαρού χωρίς να χρειαστεί να τον φάει, μόνο σκοτώνοντας τον αλλά μάταια.

Άρπαξε, το αριστερό πόδι και άρχισε να το μασουλάει. Θέλησε πολλές φορές να κάνει εμετό αλλά κατάφερε να φάει τα δυο πόδια και το ένα χέρι.

Την επόμενη ημέρα έφαγε το δεξί χέρι και το σώμα ενώ  τη μεθεπόμενη το κεφάλι. Μετά έπεσε σχεδόν λιπόθυμος  δίπλα στους λεκέδες αίματος που κάποτε υπήρχε το σώμα του κυρίου Καθαρού.

Ξύπνησε το πρωί ιδιαίτερα ευδιάθετος και κοίταξε γύρω του.

Μα τι αχούρι είναι αυτό, αναφώνησε! Πρέπει να συγυρίσω αμέσως. Άρπαξε τη σκούπα, τη σφουγγαρίστρα, σκάλες, φαράσια, σε μία ώρα είχε μεταμορφώσει το σπίτι του σε ένα ναό καθαριότητας. Και εκεί ήταν που συνειδητοποίησε πως τα είχε τελικά καταφέρει. Το σχέδιο του ήταν σωστό.

Θα μπορούσε τώρα να αποκτήσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ζήλευε απλά τρώγοντας τα άλλα ανθρωπάκια.

Επόμενη στη λίστα του ήταν η κυρία Γενναία. Άλλωστε θα έπρεπε να έχει και ένα άλλοθι όταν θα πήγαινε για κυνήγι με τα άλλα ανθρωπάκια και τελικά θα επέστρεφε χωρίς αυτά.

Μια μέρα της πρότεινε να πάνε μαζί να κυνηγήσουν ελάφια. Την έπεισε πως ίσως κρύβει μέσα του έναν καλό κυνηγό και πως αν εκείνη τον βοηθούσε θα μπορούσε να αναπτύξει αυτή του τη δεξιότητα.

Κάπου μέσα στο δάσος, ενώ εκείνη ιχνηλατούσε πήγε από πίσω της και με μια πέτρα τη χτύπησε στο κεφάλι της. Μετά την έσυρε δίπλα σε έναν γκρεμό και την άφησε εκεί να την κατασπαράξουν τα θηρία. Καθόταν σε απόσταση αναπνοής μην τυχόν και χάσει την ικανότητα της. Κάπου στα χαράματα όταν πλέον το ορθογώνιο σώμα της κυρίας Γενναίας είχε καταφαγωθεί από τους λύκους ένιωσε να τον πλημμυρίζει η αίσθηση πως είναι ανίκητος, πως δε φοβάται τίποτα και τότε κατάλαβε πως και πάλι τα είχε καταφέρει.

Γύρισε πίσω στους υπόλοιπους εξηγώντας τους πως η κυρία Γενναία σε μια ηρωική προσπάθεια να τον προστατέψει από τα θηρία θυσίασε τη ζωή της για εκείνον και πως αυτός από εδώ και πέρα θα γινόταν επικεφαλής στο κυνήγι.

Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να γίνει αρεστός στους υπόλοιπους γιατί τους εξασφάλιζε την τροφή τους. Παράλληλα κι εκείνος τρεφόταν από τα χαρακτηριστικά των άλλων.

Είχε καταφέρει μέσα σε ένα χρόνο να ξεπαστρέψει τον κύριο Αστείο, τον κύριο Μάγειρα και την κυρία Αισιόδοξη.

Ήταν ο πιο σημαντικός πλέον στον πλανήτη του. Ήταν παντοδύναμος και τα υπόλοιπα ανθρωπάκια τον σέβονταν.

Μια μέρα εκεί που τριγύριζε στο δάσος, παρατήρησε πως υπήρχε ένα σπιτάκι παρόμοιο με το δικό του. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξε ένα ανθρωπάκι ίδιο με αυτόν.

«Είμαι ο κύριος Γενναίος, Αστείος, Καθαρός, Αισιόδοξος, Μάγειρας. Μπορώ να περάσω;»

«Μπορείς να περάσεις. Πεινάς; Διψάς; Κρυώνεις; Αν φοβάσαι να επιστρέψεις στο σπίτι σου, κοιμήσου εδώ»

«Μα πως είναι δυνατόν να φοβάμαι. Είμαι ο κύριος Γενναίος! Κι αν χρειαστεί να φάω, μαγειρεύω μόνος μου, είμαι εξαιρετικός μάγειρας, μαγειρεύω για όλη τη φυλή μου»

«Εσύ; Ποιά είσαι;»

«Αν θέλεις ξάπλωσε. Θα πρέπει να κοιμηθώ»

Την επόμενη μέρα το πρωί που ξύπνησε δεν τη βρήκε εκεί. Έψαξε για κάποιο στοιχείο για να βρει πως τη λένε, αλλά τίποτα.

Επέστρεψε στη φυλή του γιατί το πρόγραμμα του ήταν πολύ βαρύ πλέον. Έπρεπε να μαγειρεύει , να κυνηγάει να καθαρίζει, έλεος σκέφτηκε το παράκανα, την κυρία Μαγείρισσα έπρεπε να την έχω αφήσει ζωντανή!

Το βράδυ αποκαμωμένος, ξαναπήγε στο σπίτι στο δάσος.

Την βρήκε πάλι εκεί. Του άνοιξε την πόρτα.

«Είσαι κουρασμένος. Άσε με να σε φροντίσω»

Του έβαλε να φάει και του χάιδεψε τα χέρια. Τον ρώτησε για το κυνήγι του, για τα υπόλοιπα πλάσματα, τον άκουσε να καυχιέται για το τεράστιο αγριογούρουνο που σκότωσε, γέλασε με τα αστεία του.

«Θα πάω να ξαπλώσω και πάλι. Με περιμένει δύσκολη μέρα»

«Περίμενε. Περίμενε. Πες μου ποιο είναι το χαρακτηριστικό σου. Γιατί δε ζεις με εμάς τους υπόλοιπους; Tι είσαι;»

«Καληνύχτα. Θα καταλάβεις»

Κάθε βράδυ πήγαινε να τη βρει και εκείνη ήταν λες και έδιωχνε από πάνω του την κούραση όλης της ημέρας. Δε δυσανασχετούσε ποτέ,  τον άκουγε να της μιλά και τον φρόντιζε. Του ψιθύριζε τραγούδια για να τον πάρει ο ύπνος, του χάιδευε τα μαλλιά, του φιλούσε το μέτωπο.

Περνούσαν οι ημέρες, οι μήνες και ο κύριος Γενναίος, Αστείος, Καθαρός, Αισιόδοξος, Μάγειρας περνούσε τις νύχτες του μαζί με το άγνωστο αυτό ανθρωπάκι που τον έκανε να νιώθει τόσο σημαντικός.

«Κοίτα τι σου έφερα από το κυνήγι! Ένα τεράστιο ελάφι. Θα στο μαγειρέψω αύριο το πρωί που θα λείπεις. Θα σου συγυρίσω και το σπίτι. Θέλω να κάνω τόσα για εσένα»

Του χαμογέλασε.

«Δεν πειράζει. Θα τα έχω όλα έτοιμα εγώ»

«Μα πως; Πως μπορείς και έχεις τόσα χαρίσματα; Πως καταφέρνεις και τα κάνεις όλα; Έχεις φάει κι εσύ άλλα πλάσματα;»

«Tι εννοείς κύριε Γενναίε, Αστείε, Καθαρέ, Αισιόδοξε Μάγειρα;»

«Τίποτα δεν εννοώ. Καλύτερα να φύγω»

Έκανε να εμφανιστεί μέρες στο σπίτι της. Φοβόταν πως είχε καταλάβει πως απέκτησε όλα αυτά τα χαρίσματα σκοτώνοντας άλλους. Κι αν τον μαρτυρούσε; Θα τον σκότωναν.

Τον έπιασε πανικός. Έπρεπε να τη σκοτώσει.

«Μα πως; Εκείνη είναι τόσο καλή μαζί μου. Με φροντίζει, μου μιλάει γλυκά, γελάει με τα αστεία μου, ποτέ της δε διαμαρτύρεται. Όχι, δεν μπορώ να τη σκοτώσω…»

Δεν μπορούσε να αφήσει τον φόβο του να νικήσει, μα κι από την άλλη αν εκείνη είχε καταλάβει το μυστικό του και τον πρόδιδε;

Χτύπησε την πόρτα της και εκείνη του άνοιξε. Θέλησε να της μιλήσει για την απουσία του τόσες ημέρες αλλά εκείνη του είπε πως δε χρειάζεται. Τον φρόντισε. Τον έβαλε να ξαπλώσει και μετά πήγε και εκείνη να κοιμηθεί.

Το βράδυ τον ένιωσε να ξαπλώνει δίπλα της.

Αγκάλιασε το ορθογώνιο σώμα της σφιχτά.

«Συγχώρεσε με, αλλά δεν μπορώ να ζω με το φόβο πως κάποτε θα με προδώσεις»

«Ξέρω τι θα μου κάνεις, αλλά δε σου κρατώ κακία»

«Ήξερες πως θα γυρίσω να σε σκοτώσω και μου άνοιξες; Δεν έτρεξες να κρυφτείς, δε θέλησες να με μαρτυρήσεις. Γιατί;»

«Γιατί έτσι είμαι κύριε Γενναίε, Αστείε, Καθαρέ, Αισιόδοξε, Μάγειρα»

Έβαλε τα χέρια του στο λαιμό της και την έσφιξε πολύ δυνατά. Εκείνη σχεδόν παραδομένη ξεψύχησε σχετικά εύκολα.

Έβαλε τα κλάματα, κάτι που δεν του είχε συμβεί ποτέ ως τότε.

«Πρέπει να την εξαφανίσω, πρέπει να τη φάω»

Αν και σε κατάσταση αμόκ, σκέφτηκε πως επιτέλους θα μάθαινε το χαρακτηριστικό της.

Πλησίασε το πράσινο σώμα της και άρχισε να το καταβροχθίζει. Τα δάχτυλα της που τον χάιδευαν, τα μάτια της που τον κοιτούσαν με τόση τρυφερότητα, τα χοντρά της πόδια που συνήθιζε να τα βάζει πάνω στα δικά του.

 

Έφαγε την κυρία Αγάπη.

Δεν ένιωσε όμως τίποτα καλό μέσα του.

 

 

 

 

 

Όνταγιρ (أنتظر ) σημαίνει περιμένω…

Θεωρούσε πολύ μαλακισμένη την ιδέα της να κάτσει μόνη στο σπίτι παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Δεν ηταν φαν των μπουζουκιών ή των «χαλαρών» τσιπουροκαταστάσεων παρολα αυτά σκεφτόταν πως τετοιες μέρες οι άνθρωποι επιζητούν ή τουλάχιστον πρέπει να επιζητούν την όποια κοινωνικοποιηση.

Τις γιορτές τις λάτρευε. Τα στολισμένα σπίτια με τα λευκά δέντρα, τα περσινά ξεχαρβαλωμένα φωτάκια  που παίζουν το jingle bells που τα ξαναβάζεις και την επόμενη χρονιά, το γεμάτο απο γονείς και παιδιά Σύνταγμα, τα εμπορικά κέντρα που τρέχουν όλοι πανικόβλητοι για να αγοράσουν δώρα της τελευταίας στιγμής, τους τροφαντούς Άγιους Βασίληδες που βγάζουν φωτογραφίες τα πιτσιρίκια.

Γέμισε το ποτήρι της με λίγο Aperol που την είχε μάθει να το πίνει ένας Ιταλός γκόμενος. Ήταν ντυμένη, αν την έβλεπες θα έλεγες πως απο στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει το κουδούνι και θα κατέβει για το ρεβεγιόν. Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα με τούλια , ψηλές γόβες και ένα κόκκινο μαντήλι. Είχε βάψει πολύ έντονα τα μάτια της κάτι που γενικά δεν το συνήθιζε.

Το τζάκι δεν ήταν αναμμένο. Στο πατρικό της στο οποίο πλέον έμενε μόνη της αφού η μητέρα της είχε αποφασίσει να αποσυρθεί στη Σκιάθο, συνήθιζαν πάντα να ανάβουν το τζάκι. Το σαλόνι τους ήταν τόπος συνάντησης και ψυχοθεραπείας.Είχε δει πολές φορές τη μάνα της να κάθεται τα βράδια να κλαίει μπροστά στην μισοσβησμένη του φωτιά ή να αποκοιμιέται με την αγαπημένη της φλις κίτρινη κουβέρτα στον μαύρο καναπέ.

Τις Πρωτοχρονιές το τζάκι τους ήταν πάντα αναμμένο κι αυτό όταν ήταν παιδί την εξόργιζε.

Θυμήθηκε μια παραμονή Πρωτοχρονιάς του 90 όταν ήταν ακόμη 9 ετών. Ήταν κλεισμένη στο δωμάτιο της όλο το βράδυ ενώ μέσα στο σπίτι επικρατούσε ενας πανζουρλισμός. Τα ξαδέρφια της τσακώνονταν για την Barbie μπαλαρίνα, ο θείος της ο Γιάννης ο χωρατατζής της οικογένειας γελούσε όλη την ώρα με το εκνευριστικό του γέλιο που αντηχούσε στα 150 τμ του σπιτιού, έντονη μουσική, «καταπληκτικό το γλυκό σου, Αννίτα».

Βγήκε απο το δωμάτιο της, διέσχισε την κουζίνα και τον τεράστιο διάδρομο που οδηγούσε στο σαλόνι και πήγε και στάθηκε μπροστά απο το τζάκι.

«Και τώρα που το τζάκι είναι αναμμένο, πως θα καταφέρει να κατέβει ο μπαμπάς να μας φέρει τα δώρα μας;»

Δε θα ξεχνούσε ποτέ ολα αυτά τα ζευγάρια μάτια που είχαν καρφωθεί πάνω της και την κοιτούσαν με ένα κράμα συμπόνοιας και οίκτου.

Της είχαν εξηγήσει πως ο μπαμπάς και η μαμά είχαν χωρίσει και πως την αγαπάει αλλα δεν μπορεί να έρθει κοντά της. Στην ερώτηση γιατί, δεν έπαιρνε ποτέ απάντηση αλλα μια ενοχλητική σιωπή απο τη μητέρα της που την ακολουθούσε ενα βουρκωμένο βλέμμα και γέμισμα του ποτηριού της με αλκοόλ.

Είχε περάσει πολλές νύχτες να ψάχνει στα λεξικά τη λέξη εξαφάνιση, να ανοίγει εγκυκλοπαίδειες, να ρωτάει τους συμμαθητές της αν και οι δικοί τους μπαμπάδες εξαφανίστηκαν και επέστρεψαν. Για αρκετά χρόνια πίστευε πως η εξαφάνιση του μπαμπά της ήταν ένα μαγικό, ένα κακό ξόρκι που θα έσπαγε αν εκείνη έβγαζε καλούς βαθμούς, διέπρεπε στις εξωσχολικές της δραστηριότητες και δε στεναχωρούσε τη μανούλα.

Κάθε Πρωτοχρονιά στεκόταν μπροστά απο το τζάκι, τη μαγική πύλη όπως συνήθιζε να τη φαντάζεται και περίμενε να εμφανιστεί ο πατέρας της.

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι με μακαρόνια όπου και συνήθιζε να φυλάει για special occasions ενα πακέτο Davidoff.

Μέσα στο πακέτο είχαν μείνει 2 τσιγάρα.

Επέστρεψε στο σαλόνι και κάθισε μπροστά στο σβηστό τζάκι. Είχε στολίσει το εσωτερικό του με κεριά κανέλας, ενω πάνω στην καμινάδα είχε τοποθετήσει μια μπορντό κάλτσα με ένα τάρανδο που κρατούσε ένα πέταλο και έγραφε ευτυχισμένο το 2019.

Πήρε ένα Davidoff στα χέρια της και θυμήθηκε που συνήθιζε να καπνίζει το τσιγάρο της παρέα με τον Γεράσιμο.

Κάθονταν τα ατελείωτα βράδια που αυτός γυρνούσε απο το μαγαζί και λίγο πριν κοιμηθούν, την έπαιρνε αγκαλιά μπροστα απο το παράθυρο με θέα τη θάλασσα και κάπνιζαν μαζί το ίδιο τσιγάρο.

Το θεωρούσε μια στιγμή τεράστιας οικειότητας μεταξύ τους, πολύ μεγαλύτερη απο τις στιγμές που έτρωγαν μαζί ή πήγαιναν διακοπές ή έκαναν έρωτα.

Σε αυτήν την προσωπική τους ιεροτελεστία δε χρειαζόταν να μιλήσουν, αρκούσε μόνο το άγγιγμα των χεριών τους για να πάρει ο ενας το τσιγάρο απο τα χέρια του άλλου.

Χαμογέλασε γλυκόπικρα, της έλειπε πολύ αυτή η κακή συνήθεια τους τελευταίους 6 μήνες που ο Γιάννης εξαφανίστηκε.

«Μόνο εγώ φταίω» είπε σχεδόν εξομολογητικά στον εαυτό της.

Είχε απολυθεί απο τη δουλειά της και ήταν σε κατάσταση πανικού. Την ενοχλούσαν τα άπλυτα του ρούχα που ξεχείλιζαν απο το καλάθι ή το κανάλι της τηλεόρασης που κάθε φορά που άνοιγε την τηλεόραση το έβρισκε στη nova, στα αθλητικά.

Περνούσε πολλές ώρες μόνη της μέσα στο σπίτι να στέλνει βιογραφικά, να κάνει σκέψεις, να θυμώνει μόνη της, να απογοητεύεται μόνη της, να τρώει, να κοιμάται. Τα βράδια που εκείνος επέστρεφε και αποζητούσε λίγη οικειότητα εκείνη έβγαζε το σκύλο βόλτα και μετά γυρνούσε να ξαπλώσει. Μέρα με την ημέρα, οι δυο αυτοί αγαπημένοι άνθρωποι μεταμορφώνονταν σε δυο ξένους που απλά μοιράζονταν τα κοινόχρηστα και τα ψώνια του σουπερμάρκετ.

3 μήνες μετά που κατάφερε να βρει δουλειά θυμήθηκε πως είχε γυρίσει στο σπίτι όλο χαρά, είχε μαγειρέψει κανελόνια με κιμά, είχε αγοράσει και ενα κοκκινο κρασί και τον περίμενε να επιστρέψει απο τη δουλειά του.

Εκείνος δεν επέστρεψε ποτέ. Τον κάλεσε στο κινητό του αλλά δεν πήρε απάντηση. Του έστειλε μηνύματα, επικοινώνησε με τους δικούς του και δεν ήξεραν που βρίσκεται.

Ο Γιάννης είχε φύγει. Ούτε σημείωμα ούτε τίποτα. Δεν είχε πάρει καν τα πράγματα του. Ο Γιάννης δεν άντεξε και απλά εξαφανίστηκε.

Πήρε το δεύτερο τσιγάρο στα χέρια της κι αφού έκανε δυο τζούρες έτσι όπως ήταν αναμμένο το πέταξε μέσα στο τζάκι.

Μετά έχωσε το κεφάλι της μέσα στην καμινάδα για να δει αν θα πέσει κάποιος. Ο πατέρας της, ο Γιάννης, άλλωστε το ίδιο ήταν.

Η φωλιά

Μια σύντομη ιστορία από τον φίλο μου Γεράσιμο Σκαφίδα, τον θεατρίνο.

Είχα κάποτε ένα σπίτι που το γέμισα αναμνήσεις και παλιές φωτογραφίες.
Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι όνειρα και γράμματα που μιλούσαν για μια παραμυθένια ζωή.
Και η βρύση έσταζε.
Είχα κάποτε ένα σπίτι που το γέμιζες τραγούδια και δώρα και φιλιά.
Όλα μύριζαν λεβάντα και τα ρούχα σου στη ντουλάπα έδιναν την αίσθηση της ισορροπίας και της γαλήνης.
Και η βρύση έσταζε.
Είχα κάποτε ένα σπίτι γεμάτο γέλια και γάτους που πήδαγαν να πιάσουν τα μικρά καναρίνια που πέταγαν στο ταβάνι.
Φως! Μόνο φως υπήρχε παντού ακόμα και όταν έξω είχε το πιο βαθύ σκοτάδι.
Και η βρύση έσταζε.
Είχα κάποτε ένα σπίτι που ο καθρέφτης του μπάνιου έλεγε κάθε πρωί “Σε αγαπάω”.
Τώρα ερήμωσε, μαράζωσε και σκοτείνιασε.
Και η βρύση στάζει ακόμα…

Οκάριρου (اقرر ) σημαίνει αποφασίζω…

*σε αυτήν την ιστορία, όμορφε μου, αποφάσισα να δώσω το τέλος που της αξίζει

Πήγε και την πήρε από το σπίτι της στις 21:30. Στις 22:05 είχαν φτάσει στον Πειραιά στο Καφέ των Αισθήσεων.
Το μέρος το είχε διαλέξει εκείνη. Ήταν η δεύτερη φορά που ερχόταν. Την πρώτη ήταν το 2000. Την είχε φέρει ο Δημήτρης , ένας φίλος της Πειραιώτης που ήθελε να της ζητήσει συμβουλή για μια γκόμενα.
Εκεί μέσα είχε ακούσει για πρώτη φορά το We’ll meet again από Cash.
«Να ας καθίσουμε εδώ στη μπάρα. Εγώ ένα ποτήρι λευκό κρασί, εσύ Σωτήρη;»
«Από πότε πίνεις κρασί, όσες φορές έχουμε βγει συνηθίζεις να πίνεις το πιο κουλό κοκτέιλ που υπάρχει.»
«Έτσι για αλλαγή.»
Έπιασε το ποτήρι στα χέρια της και καθώς το έφερε κοντά στο στόμα της τον παρατηρούσε.
Του πήγαινε το μωβ. Είχε ανεβάσει λίγο τα μανίκια από το μωβ πουκάμισο του και τα ακάλυπτα από τους αγκώνες και κάτω χέρια του ήταν ερωτικά. Στα μαλλιά του έβαζε τζελ, καλά αυτός έλεγε πως βάζει μόνο κερί αλλά δεν του έστρωναν με τίποτα με το κερί και σίγουρα έβαζε και τζελ. Δεν του το έλεγε, τον άφηνε να νομίζει πως τον πιστεύει.
Τον κοιτούσε και σκεφτόταν πόσο ταιριαστοί είναι.
Εκείνος με τα πλούσια μαύρα μαλλιά του, τα γυαλιά του για το σοφιστικέ του πράγματος, το σώμα του, ένα σώμα που ήταν φτιαγμένο για να το αγγίζεις κι εκείνη με το μαύρο της παντελόνι και το λευκό πουκάμισο, λίγο πιο κυριλέ από ότι συνήθως με τα ψηλά της τακούνια που τόσο τον καύλωναν.
Τα τακούνια και τα μαλλιά της που έπεφταν πάνω στο στήθος της την ώρα που ήταν από πάνω του.
«Σωτήρη, δεν είναι πολύ γελοίο το πώς γνωριστήκαμε; Πόσο random.»
«Κάτι μήνες πριν σε μια κάθετη της Ιπποκράτους.»
«Ναι. Είχες έρθει με την γκόμενα σου σε μια έκθεση γλυπτικής. Βαριόσουν τόσο πολύ, κατέβαζες τη μια σαγκρία μετά την άλλη προσπαθώντας να καταλάβεις τι ηδονικό υπήρχε στο να παρίστασαι σε έναν χώρο γεμάτο με χέρια.
Άλλα από ξύλο, αλλά από διάφορα πλαστικά ενωμένα μεταξύ τους, κάποια μαρμάρινα. Τα πέρασες όλα φευγαλέα αλλά κοντοστάθηκες μπροστά σε ένα ζευγάρι χέρια που ήταν από πέτρα.
Σε πλησίασα και σου είπα πως ο καλλιτέχνης θεωρεί πως τα χέρια αυτά ανήκουν σε έναν άνθρωπο ψυχρό, σκληρό και συναισθηματικά δύσκαμπτο.

Με ρώτησες πως το ξέρω αυτό και σου απάντησα « Γεια, είμαι η Δώρα, τα χέρια αυτά είναι δικά μου και τα ‘χω με το γλύπτη!»
Το ίδιο βράδυ καταλήξαμε να φιλιόμαστε κάπου στα Εξάρχεια. Σου είπα σε παρακαλώ μη με πηδήξεις απόψε και είπες εντάξει. Το ίδιο και τη δεύτερη φορά που βρεθήκαμε. Η τρίτη φορά μας βρήκε σε ένα ξενοδοχείο κάπου στο Λουτράκι.
Είχε ήδη πιει το πρώτο της ποτήρι και έκανε νόημα στον μπάρμαν για το δεύτερο.
Μπορούσες να αντιληφθείς την αμηχανία της. Έπαιζε με το ασημένιο χαρτάκι από τα τσιγάρα της, ανεβοκατέβαινε στο σκαμπό, κοιτούσε τριγύρω λες και έψαχνε κάποιον να βρει.
«Δώρα, είναι τόσο obvious πως θες να μιλήσουμε. Σε ακούω.»
Από εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια δε σταμάτησαν να βρίσκονται. Εκείνη είχε χωρίσει με το γλύπτη λίγο μετά τη γνωριμία της με το Σωτήρη. Ο Σωτήρης από την άλλη, εξακολουθούσε να είναι με τη κοπέλα που είχε έρθει τότε στην έκθεση.
Θυμήθηκε ένα βράδυ. Το είχαν περάσει στο εξοχικό του. Όλη τη νύχτα έκαναν έρωτα και κάπου εκεί σε ένα από τα τσιγάρα που κάπνιζαν στα ερωτικά τους ιντερμέδια εκείνη τον ρώτησε γιατί μένει ακόμη μαζί της.
«Υπάρχουν τόσα πράγματα αγαπημένη μου Δώρα που κρατούν μαζί τους ανθρώπους. Τα χρήματα, η ανασφάλεια, η ρουτίνα, ο έρωτας, η ενοχή.
Ναι, η ενοχή. Βλέπεις, κάθε φορά που φεύγω από εσένα τρελαμένος από τα τρυφερά σου αγγίγματα και επιστρέφω σε εκείνη, προσπαθώ να της κάνω έρωτα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάνω και σε σένα. Στην αρχή, στα φιλιά και τα χάδια όλα είναι καλά αλλά όταν μπαίνω μέσα της αδυνατώ να διατηρήσω το ρυθμό που έχω μαζί σου. Οι κινήσεις μου γίνονται όλο και πιο έντονες, βίαιες σχεδόν και ταυτόχρονα απρόσωπες, δε θέλω να την κοιτώ, την βάζω στα τέσσερα και το μόνο που με νοιάζει πλέον είναι να τελειώσω και να κοιμηθώ. Εκείνη το καταλαβαίνει. Και αυτό με κάνει να νιώθω τόσες τύψεις που ως εξιλέωση για τη στάση μου αυτή, παραμένω σε μια σχέση που έχει προ πολλού τελειώσει.»
«Πες μου λοιπόν, τι θες να συζητήσουμε. Μαντεύω το θέμα αλλά I’m all ears.»
Τράβηξε δυο τζούρες συνεχόμενες, σηκώθηκε όρθια, κατάλαβε πως καμπούριαζε αλλά δεν την ένοιαξε ιδιαίτερα. Έριξε τα ξανθά μαλλιά της πίσω.
«Ο κόσμος, Σωτήρη είναι φτιαγμένος από ανθρώπινες ιστορίες. Γεγονότα, συναισθήματα, λόγια, πράξεις, άνθρωποι σε διαφορετικούς τόπους, αλλιώτικες γλώσσες, όλα μπλέκονται με γράμματα της αλφαβήτας και σημεία στίξης και συνθέτουν τη ζωή.
Άνθρωποι συναντιούνται καθημερινά στο σουπερμάρκετ, στην αναμονή ενός ιατρείου, στην ουρά για εισιτήρια στο Castel Sant’ Angelo ή στις τουαλέτες ενός μπαρ στην Καρύτση, σε γραφεία, σε τράπεζες, σε συναυλίες, στα κόκκινα φανάρια της Κηφισίας.
Τις περισσότερες φορές είναι και παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους ή στην καλύτερη γίνονται μια απλή κοινωνική συναναστροφή.
Υπάρχουν όμως και ελάχιστες φορές που αυτοί οι άνθρωποι γίνονται φίλοι, κολλητοί, γκόμενοι της μια βραδιάς κι αν το σύμπαν είναι ένα τσικ πιο γενναιόδωρο, οι άνθρωποι ερωτεύονται και έτσι ξεκινούν να γράφουν ιστορίες.
Και δεν πρέπει να υποτιμούμε καθόλου τη σημασία των ιστοριών αυτών, γιατί εντάξει στα δικά μας μάτια δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον στη Σάρα που την κοιτάει ο Τόμας ενώ τρώει το mushroom burger της, αλλά ο Τόμας ξέρει πως η Σάρα είναι 2 μηνών έγκυος ή στον ηλικιωμένο κύριο του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που κρατάει τρυφερά το χέρι της συζύγου του που μόλις τον πληροφόρησε ο γιατρός πως έχει καρκίνο ή σε έναν μεθυσμένο τύπο που τον βλέπουμε στις 3 το ξημέρωμα να ουρλιάζει κάτω από ένα μπαλκόνι «σ’ αγαπώ, αυτή τη φορά θα αλλάξω» ή σε μια αθλήτρια του στίβου που έκανε χάλια επίδοση και ψάχνει μέσα στο πλήθος τον αγαπημένο της για να της δώσει κουράγιο με τα μάτια.
Κι εμείς εδώ λοιπόν, καλέ μου, έχουμε μια ιστορία για την οποία σου ζητώ να αποφασίσεις την έκβασή της ώστε να μπορέσω να τη διηγηθώ.
Εσύ θα αποφασίσεις αν είναι από αυτές τις ιστορίες τις σύντομες που τελειώνουν στις 20 σελίδες και δίνονται δώρο τα καλοκαίρια με τις κυριακάτικες εφημερίδες ως ανάλαφρα αναγνώσματα παραλίας ή από τις άλλες που καταλήγουν να γίνουν σπουδαία ερωτικά μυθιστορήματα σε προθήκες βιβλιοπωλείων.
Θέλω να διαλέξεις πού θέλεις να είσαι. Δεν πρόκειται περί τελεσίγραφου αλλά περί δίκαιας διαχείρισης. Αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι είναι άδικο for all three of us, δε συμφωνείς;
Σε διαβεβαιώνω πως τα συναισθήματα μου για εσένα είναι έντονα και σαφή, συνεπώς αν αποφασίσεις πως θέλεις να είμαστε μαζί θα φροντίσω να είσαι ο πιο ευτυχισμένος τύπος που βάζει τζελ εν έτει 2014 του κόσμου. Αν πάλι διατηρήσεις το υπάρχον relationship quo θα σεβαστώ την απόφαση σου και θα κρατήσω την πρέπουσα απόσταση.»
Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, μετά το άφησε νευρικά στο τασάκι. Εκείνος την πλησίασε και άγγιξε τα χέρια της. Τα βρήκε τόσο απαλά και ζεστά.
Σκέφτηκε πόσο έξω είχε πέσει τελικά ο πρώην της και χαμογέλασε.

2 μήνες μετά, ψιλοτύφλα ένα βράδυ Παρασκευής πήγε και την βρήκε στο σπίτι της και της πρότεινε να γίνει το κορίτσι του.

Άσααρου (أشعر) σημαίνει νιώθω….

23:00 η ώρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του στη Νέα Ερυθραία.

«Στην ώρα της», σκέφτηκε σε αντίθεση με πολλές άλλες γκόμενες που είχε γνωρίσει και τον έστηναν στα ραντεβού.

Μπορούσε να ακούσει τα βήματα από τα τακούνια της στην πόρτα. Ήταν ακριβά παπούτσια με λεπτό τακούνι. Ήλπιζε να είναι μαύρα.

Χτύπησε την πόρτα.

«Πέρασε μέσα.»

Στην πόρτα του υπνοδωματίου του εμφανίστηκε μια πολύ ψηλή γυναίκα. Φορούσε ένα λευκό φόρεμα μάξι με χρυσό κρίκο στον έναν ώμο και μπεζ γόβες. Τα μαλλιά της κόκκινα, βαμμένα έπεφταν κάτω από τη μέση της. Ήταν άβαφη.

«Καλησπέρα, είμαι η Άλις. Χαίρομαι που σε γνωρίζω.»

Την πλησίασε αργά και πρόταξε το χέρι του.

«Κι εγώ», της απάντησε κοφτά. «Θες κάτι να σου ετοιμάσω να πιεις;»

Μια τεκίλα σκέτη του είπε και σήκωσε από το πάτωμα μια μεγάλη μαύρη τσάντα γυμναστηρίου.

Κάθισε δίπλα του στον καναπέ και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της. Της την είχε σερβίρει σε χαμηλό ποτήρι κάτι που την εκνεύριζε αλλά δεν του είπε τίποτα.

«Ελπίζω να περάσουμε ωραία απόψε» του είπε και ήπιε άλλη μια γουλιά.

Εκείνος δεν είχε καμία διάθεση για συζήτηση. Δεν τον ενδιέφερε να μάθει, γιατί το κάνει, πόσα χρόνια το κάνει, που μένει, πότε ήρθε από τη Ρωσία και άλλες ηλίθιες λεπτομέρειες.

«Ποια Ρωσία, Ελληνίδα είναι. Ακούς εκεί Άλις, Αλίκη, κοπέλα μου»

Την έκανε γύρω στα 25. Είχε ελάχιστες ρυτίδες έκφρασης γύρω από το στόμα και αυτό τον έκανε να συμπεράνει πως δε χαμογελούσε τόσο συχνά.

«Θέλω να κάνω ένα ντους και να ετοιμαστώ.»

Της έδειξε με τα μάτια την πόρτα που οδηγούσε στο μπάνιο.

Την είχε κλείσει για όλο το βράδυ. 1500 ευρώ. Του την είχε συστήσει ένας κολλητός του που δεν είχε αφήσει μοντέλο για μοντέλο απήδηχτο.

« Η γκόμενα, ρε φίλε, αντέχει τα πάντα. Γουστάρει ξύλο, toys, εξευτελισμό, καντην ό,τι γουστάρεις.»

Είπε να το δοκιμάσει.  Τα τελευταία 3 χρόνια που ήταν χωρισμένος είχε πάει με αρκετές βίζιτες.  Αυτό που του άρεσε στο πληρωμένο σεξ ήταν η αποστασιοποίηση που προκαλούσε.

Ακόμη κι αν βρισκόταν μέσα σε μια γυναίκα, δε θα δενόταν ποτέ μαζί της γιατί εκείνη του προσέφερε απλά μια υπηρεσία και τίποτα περισσότερο.

Κι αυτό για εκείνον ήταν άκρως ανακουφιστικό, ιδιαίτερα μετά από 12 χρόνια γάμου που έληξαν με την ατάκα  « σου έδωσα όσα είχα και εσύ με ρήμαξες».

Βγήκε από το μπάνιο του, φορώντας μια δερμάτινη λάτεξ στολή με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο. Ήταν πλέον βαμμένη, με πολύ έντονη μαύρη σκιά στα γατίσια μάτια της και κατακόκκινο κραγιόν. Τον χάλασε που είχε βάλει πολύ περίγραμμα χειλιών για να κάνει τα χείλη της να φαίνονται μεγαλύτερα.

Του άρεσαν πολύ τα λάτεξ. Μέσα σε ένα catsuit όλες οι γυναίκες είναι ίδιες, όπως συνήθιζε να λέει στην παρέα των κολλητών του.

Τα γυναικεία κορμιά φαντάζουν τόσο αψεγάδιαστα μέσα στην μαύρη στολή. Επιπλέον, το λάτεξ του δημιουργούσε την απόσταση που επιζητούσε. Δε θα έβλεπε ποτέ το χρώμα των θηλών της, ή το σχήμα του αφαλού της. Μόνο δυο τρύπες.

Κι απόψε το βράδυ ήταν το μόνο που αποζητούσε.

«Θέλει να βάλω και την μάσκα ή να μείνω έτσι:»

«Φόρεσέ την και γονάτισε. Με τα γόνατα σου έλα κοντά μου και τρίψου στα πόδια μου.»

Τον πλησίασε και άρχισε να τρίβεται γύρω του. Πλησίασε το πρόσωπο της κοντά στα σκέλια του και τον κοίταξε.

«Κύριε, μπορώ;»

Της έγνεψε καταφατικά κι εκείνη άρχισε να τον παίρνει στο στόμα της.

Την κοιτούσε, τόσο προσηλωμένη και σέξι, μια εργάτρια, έτοιμη να τον ικανοποιήσει με τα όμορφα της κόκκινα χείλη, με το πρόθυμο της στόμα κι όμως τζίφος.

Δεν είχε στύση.

«Σήκω αργά και στήσου στον τοίχο.»

Την είχε αφήσει όρθια 15 λεπτά. Ένιωθε μέσα της μια αμηχανία, που έδωσε τη θέση της σε απορία για το τι θα γινόταν μετά.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ακόμη ντυμένος στο ακριβό του παντελόνι με το κατεβασμένο φερμουάρ. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορα πολύχρωμα ερωτικά βοηθήματα. Δονητές, μαστίγια, nipple chains, σκοινιά.

Κοπανούσε τα πόδια του στο πάτωμα καθώς την πλησίαζε. Κόλλησε το σώμα του επάνω της και άρχισε να παίζει με το δονητή να παίζει με τις τρύπες της.

Με σχετική μανία τη γαμούσε με έναν μπλε δονητή και εκείνη δεν έβγαζε το παραμικρό βογκητό.

Δεν της άρεσε ο πόνος αλλά είχε μάθει να τον διαχειρίζεται.  Άλλωστε τα πολλά λεφτά βρίσκονταν στα s/m games. Όταν πονούσε πολύ  σκεφτόταν από μέσα της την πρωταγωνίστρια του ρέκβιεμ για ένα όνειρο σε εμβρυακή στάση στο τέλος του έργου που κρατούσε τα λεφτά και αποκοιμιόταν.

Κάπως έτσι κι εκείνη. Όχι επειδή είχε ανάγκη αλλά επειδή γούσταρε τη μεγάλη ζωή, τις πανάκριβες τσάντες και τα ακριβά εστιατόρια.

Τις περισσότερες φορές όπως τώρα είχε το ρόλο του θύματος. Ίσως και να έφταιγε το κουκλίστικο πρόσωπο της με την αψεγάδιαστη επιδερμίδα και τα γκρι της μάτια. Υπήρχε μια ανάγκη στους ανθρώπους να τσακίζουν κάτι όμορφο και αδύναμο.

«Καλύτερα, τουλάχιστον δεν την πληρώνουν οι έρμες οι κοπέλες τους.»

Εξακολουθούσε να μην του σηκώνεται. Την έβαλε πάλι να τον γλείψει, μετά την είχε μια ώρα « τιμωρημένη» με  mouth gag στο στόμα να κοιτάει το πάτωμα σα ντόμπερμαν που πρέπει να το μάθεις να μην επιτίθεται σε περαστικούς στο άλσος της γειτονιάς.

Την χτύπησε πολύ, σε σημείο που ένιωθε το ιδρωμένο από το σώμα της λάτεξ πάνω στο χέρι του. Την κακοποιούσε λεκτικά και σωματικά και όμως η στύση του δεν  έλεγε να τον ακολουθήσει.

«Άψυχο πλάσμα, δεν μπορείς με τίποτα να με καυλώσεις. Ντύσου και φύγε.»

Εκείνη σηκώθηκε και με μικρά βήματα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο.

Εκείνος εξοργισμένος κοιτούσε μια το πουλί του που τον είχε πανηγυρικά προδώσει και μια το Φιλί του Κλιμτ στον τοίχο ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι του.

Ό,τι του είχε αφήσει η πρώην του. Το είχε ζωγραφίσει και του το είχε δώσει ως δώρο στην πρώτη τους επέτειο.  Η μόνη διαφορά με τον αυθεντικό πίνακα ήταν πως αντί για χρυσό εκείνη είχε χρησιμοποιήσει κόκκινο χρώμα.

«Γιατί η δική μας Εδέμ, δεν είναι ξενέρωτη όπως των Πρωτόπλαστων αλλά μέσα στην καύλα.»

Βγήκε από το μπάνιο, με το ίδιο λευκό φόρεμα και τα μαλλιά της λυτά. Στο πρόσωπο της μπορούσες να δεις ίχνη από τη μάσκαρα κάτω από τα μάτια της και μικρές στάλες ιδρώτα δίπλα από το αυτί της.

«Εγώ, ε, έχεις συνεννοηθεί με το γραφείο για την πληρωμή μου. Θα φύγω.»

Άγγιξε αμήχανα με το αριστερό χέρι της τα μαλλιά της και εκείνος κατάφερε να παρατηρήσει τις μελανιές στα μπράτσα της.

«Βγάλε το φόρεμα σου.»

«Πρέπει να φύγω, ο χρόνος μας έχει σχεδόν τελειώσει.»

«Βγάλε το φόρεμα σου.»

Τον άκουσε και πέταξε από πάνω της το ρούχο με κάπως άχαρες κινήσεις.

Την κοίταζε, τα διάφορα σημάδια των πελατών της πάνω της έκαναν το σώμα της να μοιάζει με ένα υπέροχο μωσαϊκό. Το πάντρεμα όλων αυτών των διαφορετικών μελανιών, άλλων πιο σκούρων άλλων πιο μικρών, τον ερέθιζε.

Είχε μπροστά του έναν ανθρώπινο καμβά, ολότελα δικό του για να τον θαυμάσει  κι αυτό του προκαλούσε έκσταση.

Την πλησίασε και αγγίζοντας ένα ένα τα σημάδια της προσπάθησε να νιώσει τον πόνο που την είχαν προκαλέσει όλοι αυτοί οι άνδρες που είχαν περάσει τα βράδια τους μαζί της.

«Ξάπλωσε στο κρεβάτι, θέλω να σε γαμήσω.»